εξετάζω

(AM ἐξετάζω) [ετάζω]
1. ερευνώ λεπτομερώς, ελέγχω («τὴν ὑπάρχουσαν συμμαχίαν ἐξήταζον», Θουκ.)
2. υποβάλλω σε ανάκριση, ανακρίνω («το δικαστήριο εξέτασε τους μάρτυρες»)
3. ελέγχω προσεκτικά για να διαπιστώσω την ποιότητα ή τη γνησιότητα («εξέτασε τα δείγματα τών τροφίμων», «ἐξετάζων τὸν χρυσόν»)
4. είμαι πολύ επιφυλακτικός να αποδεχθώ κάτι, λεπτολογώ
νεοελλ.
1. με γραπτή ή προφορική δοκιμασία αξιολογώ την επίδοση τών εξεταζομένων
2. (για γιατρό) ερευνώ επιστημονικά τον οργανισμό για να κάνω διάγνωση για την κατάσταση τής υγείας
μσν.
1. εξακριβώνω
2. μελετώ, σχεδιάζω
αρχ.
1. υποβάλλω κάποιον σε δοκιμασία για να εξακριβώσω το ήθος, την αξία του («τοὺς χρησίμους τῷ δήμῳ ἐξετάζετε», Δημοσθ.)
2. αναφέρω με τη σειρά, απαριθμώ («ἁμαρτήματα ἀκριβῶς ἐξετάζειν», Ισοκρ.)
3. παθ. συγκαταλέγομαι, συνυπολογίζομαι («μετὰ τῶν ἄλλων ἐξητάζετο», Δημοσθ.)
4. προσδιορίζομαι σε μια κοινωνική, επαγγελματική κ.λπ. κλάση («ἔχαιρε γὰρ ὁ δῆμος αὐτῷ μετὰ θρίαμβον ἐν τοῑς ἱππικοῑς ἐξεταζομένῳ», Πλούτ.)
5. παθ. παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι
6. φρ. ἐξετάζω πρός τίνα ἤ πρός τι» — συγκρίνω, παραβάλλω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐξετάζω — examine well pres subj act 1st sg ἐξετάζω examine well pres ind act 1st sg ἐξετάζω examine well pres subj act 1st sg ἐξετάζω examine well pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξετάζω — εξετάζω, εξέτασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξετάζω — [эксэтазо] р. проверять, рассматривать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐξετάζεσθε — ἐξετάζω examine well pres imperat mp 2nd pl ἐξετάζω examine well pres ind mp 2nd pl ἐξετάζω examine well pres imperat mp 2nd pl ἐξετάζω examine well pres ind mp 2nd pl ἐξετάζω examine well imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) ἐξετάζω examine well …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξετάζετε — ἐξετάζω examine well pres imperat act 2nd pl ἐξετάζω examine well pres ind act 2nd pl ἐξετάζω examine well pres imperat act 2nd pl ἐξετάζω examine well pres ind act 2nd pl ἐξετάζω examine well imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) ἐξετάζω examine …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξετάζῃ — ἐξετάζω examine well pres subj mp 2nd sg ἐξετάζω examine well pres ind mp 2nd sg ἐξετάζω examine well pres subj act 3rd sg ἐξετάζω examine well pres subj mp 2nd sg ἐξετάζω examine well pres ind mp 2nd sg ἐξετάζω examine well pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξετάξει — ἐξετάζω examine well aor subj act 3rd sg (epic) ἐξετάζω examine well fut ind mid 2nd sg ἐξετάζω examine well fut ind act 3rd sg ἐξετάζω examine well aor subj act 3rd sg (epic) ἐξετάζω examine well fut ind mid 2nd sg ἐξετάζω examine well fut ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξετάσουσι — ἐξετάζω examine well aor subj act 3rd pl (epic) ἐξετάζω examine well fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐξετάζω examine well fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἐξετάζω examine well aor subj act 3rd pl (epic) ἐξετάζω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξετάσουσιν — ἐξετάζω examine well aor subj act 3rd pl (epic) ἐξετάζω examine well fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐξετάζω examine well fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἐξετάζω examine well aor subj act 3rd pl (epic) ἐξετάζω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξετάσω — ἐξετάζω examine well aor subj act 1st sg ἐξετάζω examine well fut ind act 1st sg ἐξετάζω examine well aor subj act 1st sg ἐξετάζω examine well fut ind act 1st sg ἐξετάζω examine well aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) ἐξετάζω examine well aor ind …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.